διαβρώνω
•
- φθείρω με αργό ρυθμό εξωτερικά μια επιφάνεια, ένα αντικείμενο κλπ Βικιλεξικό
- η δράση του νερού και του ανέμου διαβρώνει συνεχώς τα πετρώματα
- μεταφορικάφθείρω, με έναν τρόπο που η ζημιά δεν γίνεται αμέσως αντιληπτή Βικιλεξικό
- ο υφέρπων και, ακόμα περισσότερο, ο ανοιχτός ρατσισμός διαβρώνει τις αξίες του ελληνικού πολιτισμού
Ετυμολογία
διαβρώνω < διάβρ(ωσις) + -ώνω (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαβρώνω | διαβρώνεις | διαβρώνει | διαβρώνουμε | διαβρώνετε | διαβρώνουν / διαβρώνουνε |
| Παρατατικός | διάβρωνα | διάβρωνες | διάβρωνε | διαβρώναμε | διαβρώνατε | διάβρωναν / διαβρώναν / διαβρώνανε |
| Αόριστος | διάβρωσα | διάβρωσες | διάβρωσε | διαβρώσαμε | διαβρώσατε | διάβρωσαν / διαβρώσαν / διαβρώσανε |
| Μέλλοντας | θα διαβρώνω / θα διαβρώσω | θα διαβρώνεις / θα διαβρώσεις | θα διαβρώνει / θα διαβρώσει | θα διαβρώνουμε / θα διαβρώσουμε | θα διαβρώνετε / θα διαβρώσετε | θα διαβρώνουν / θα διαβρώνουνε / θα διαβρώσουν / θα διαβρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαβρώσει | έχεις διαβρώσει | έχει διαβρώσει | έχουμε διαβρώσει | έχετε διαβρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαβρώσει | είχες διαβρώσει | είχε διαβρώσει | είχαμε διαβρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαβρώσει / να διαβρώνω / να διαβρώσω | να έχεις διαβρώσει / να διαβρώνεις / να διαβρώσεις | να έχει διαβρώσει / να διαβρώνει / να διαβρώσει | να έχουμε διαβρώσει / να διαβρώνουμε / να διαβρώσουμε | να έχετε διαβρώσει / να διαβρώνετε / να διαβρώσετε | να διαβρώνουν / να διαβρώνουνε / να διαβρώσουν / να διαβρώσουνε |
| Προστακτική | — | διάβρωνε / διάβρωσε | — | — | διαβρώνετε / διαβρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →