Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαγράμμιση

/ði̯aˈɣɾa.mi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ο σχηματισμός (παράλληλων) γραμμών, προκειμένου να οριοθετήσουμε ή να διαιρέσουμε μια περιοχή και (κατ’ επέκταση) οι σχετικές γραμμές Βικιλεξικό
  2. οικονομίαη χάραξη σε επιταγές για λόγους ασφαλείας δύο παράλληλων γραμμών διαγωνίως Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαγράμμιση < διαγραμμί(ζω) + -σις > -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαγράμμισηδιαγραμμίσεις
Γενικήδιαγράμμισηςδιαγραμμίσεων
Αιτιατικήδιαγράμμισηδιαγραμμίσεις
Κλητικήδιαγράμμισηδιαγραμμίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →