διαγράμμιση
•
- ο σχηματισμός (παράλληλων) γραμμών, προκειμένου να οριοθετήσουμε ή να διαιρέσουμε μια περιοχή και (κατ’ επέκταση) οι σχετικές γραμμές Βικιλεξικό
- οικονομίαη χάραξη σε επιταγές για λόγους ασφαλείας δύο παράλληλων γραμμών διαγωνίως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαγράμμιση < διαγραμμί(ζω) + -σις > -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαγράμμιση | διαγραμμίσεις |
| Γενική | διαγράμμισης | διαγραμμίσεων |
| Αιτιατική | διαγράμμιση | διαγραμμίσεις |
| Κλητική | διαγράμμιση | διαγραμμίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →