διαγραμμίζω
•
- κάνω διαγραμμίσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαγραμμίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαγραμμίζω < δια- + γραμμίζω < αρχαία ελληνική γραμμή < γράφω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gerbʰ- (χαράσσω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαγραμμίζω | διαγραμμίζεις | διαγραμμίζει | διαγραμμίζουμε | διαγραμμίζετε | διαγραμμίζουν / διαγραμμίζουνε |
| Παρατατικός | διαγράμμιζα | διαγράμμιζες | διαγράμμιζε | διαγραμμίζαμε | διαγραμμίζατε | διαγράμμιζαν / διαγραμμίζαν / διαγραμμίζανε |
| Αόριστος | διαγράμμισα | διαγράμμισες | διαγράμμισε | διαγραμμίσαμε | διαγραμμίσατε | διαγράμμισαν / διαγραμμίσαν / διαγραμμίσανε |
| Μέλλοντας | θα διαγραμμίζω / θα διαγραμμίσω | θα διαγραμμίζεις / θα διαγραμμίσεις | θα διαγραμμίζει / θα διαγραμμίσει | θα διαγραμμίζουμε / θα διαγραμμίσουμε | θα διαγραμμίζετε / θα διαγραμμίσετε | θα διαγραμμίζουν / θα διαγραμμίζουνε / θα διαγραμμίσουν / θα διαγραμμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαγραμμίσει | έχεις διαγραμμίσει | έχει διαγραμμίσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαγραμμίσει | είχες διαγραμμίσει | είχε διαγραμμίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαγραμμίσει / να διαγραμμίζω / να διαγραμμίσω | να έχεις διαγραμμίσει / να διαγραμμίζεις / να διαγραμμίσεις | να έχει διαγραμμίσει / να διαγραμμίζει / να διαγραμμίσει | να διαγραμμίζουμε / να διαγραμμίσουμε | να διαγραμμίζετε / να διαγραμμίσετε | να διαγραμμίζουν / να διαγραμμίζουνε / να διαγραμμίσουν / να διαγραμμίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε διαγραμμισμένο / διαγράμμιζε / διαγράμμισε | — | — | διαγραμμίζετε / διαγραμμίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διαγραμμίστηκαδιαγραμμίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →