διαισθάνομαι
•
- καταλαβαίνω κάτι διαισθητικά, με τη διαίσθηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαισθάνομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαισθάνομαι (διακρίνω καθαρά), με αλλαγή της σημσίας κατά το διαίσθηση < (διά) δι- + αἰσθάνομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂ewisd- < *h₂ew- (βλέπω, παρατηρώ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαισθάνομαι | διαισθάνεσαι | διαισθάνεται | διαισθανόμαστε | διαισθάνεστε | διαισθάνονται |
| Παρατατικός | διαισθανόμουν / διαισθανόμουνα | διαισθανόσουν / διαισθανόσουνα | διαισθανόταν / διαισθανότανε | διαισθανόμασταν / διαισθανόμαστε | διαισθανόσασταν / διαισθανόσαστε | διαισθάνονταν / διαισθανόντουσαν |
| Αόριστος | διαισθάνθηκα | διαισθάνθηκες | διαισθάνθηκε | διαισθανθήκαμε | διαισθανθήκατε | διαισθάνθηκαν / διαισθανθήκαν / διαισθανθήκανε |
| Μέλλοντας | θα διαισθάνομαι / θα διαισθανθώ | θα διαισθάνεσαι / θα διαισθανθείς | θα διαισθάνεται / θα διαισθανθεί | θα διαισθανθούμε / θα διαισθανόμαστε | θα διαισθάνεστε / θα διαισθανθείτε | θα διαισθάνονται / θα διαισθανθούν / θα διαισθανθούνε |
| Παρακείμενος | έχω διαισθανθεί | έχεις διαισθανθεί | έχει διαισθανθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαισθανθεί | είχες διαισθανθεί | είχε διαισθανθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαισθανθεί / να διαισθάνομαι / να διαισθανθώ | να έχεις διαισθανθεί / να διαισθάνεσαι / να διαισθανθείς | να έχει διαισθανθεί / να διαισθάνεται / να διαισθανθεί | να διαισθανθούμε / να διαισθανόμαστε | να διαισθάνεστε / να διαισθανθείτε | να διαισθάνονται / να διαισθανθούν / να διαισθανθούνε |
| Προστακτική | — | διαισθάνου / διαισθάνσου | — | — | διαισθάνεστε / διαισθανθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →