Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαιτητής

/ði̯e.tiˈtis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αθλητισμόςαυτός που επιτηρεί και ρυθμίζει τη διεξαγωγή ενός παιχνιδιού ή ενός αγώνα, σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν εκ των προτέρων τεθεί Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςο μεσολαβητής μεταξύ δύο διαδίκων για μια υπόθεσή τους Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηο μεσολαβητής μεταξύ δύο αντιτιθέμενων μερών για μια υπόθεσή τους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαιτητής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαιτητής (κριτής που επιλύει διαφορές) < διαιτάω (κρίνω) : για τον αθλητισμό < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική umpire & από τη γαλλική arbitre

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαιτητήςδιαιτητές
Γενικήδιαιτητήδιαιτητών
Αιτιατικήδιαιτητήδιαιτητές
Κλητικήδιαιτητήδιαιτητές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →