διαιτητής
•
- αθλητισμόςαυτός που επιτηρεί και ρυθμίζει τη διεξαγωγή ενός παιχνιδιού ή ενός αγώνα, σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν εκ των προτέρων τεθεί Βικιλεξικό
- νομικός όροςο μεσολαβητής μεταξύ δύο διαδίκων για μια υπόθεσή τους Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηο μεσολαβητής μεταξύ δύο αντιτιθέμενων μερών για μια υπόθεσή τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαιτητής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαιτητής (κριτής που επιλύει διαφορές) < διαιτάω (κρίνω) : για τον αθλητισμό < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική umpire & από τη γαλλική arbitre
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαιτητής | διαιτητές |
| Γενική | διαιτητή | διαιτητών |
| Αιτιατική | διαιτητή | διαιτητές |
| Κλητική | διαιτητή | διαιτητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →