Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διακανονίζω

ρήμα
•
  1. διευθετώ κάποια υπόθεση ακολουθώντας ορισμένους κανόνες Βικιλεξικό
  2. ρυθμίζω, τακτοποιώ συναινετικά ένα ζήτημα ακολουθώντας μια ορισμένη τυπική και ουσιαστική διαδικασία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διακανονίζω < διά + κανονίζω < αρχαία ελληνική κανονίζω < κανών

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιακανονίζωδιακανονίζειςδιακανονίζειδιακανονίζουμεδιακανονίζετεδιακανονίζουν / διακανονίζουνε
Παρατατικόςδιακανόνιζαδιακανόνιζεςδιακανόνιζεδιακανονίζαμεδιακανονίζατεδιακανονίζαν / διακανονίζανε / διακανόνιζαν
Αόριστοςδιακανόνισαδιακανόνισεςδιακανόνισεδιακανονίσαμεδιακανονίσατεδιακανονίσαν / διακανονίσανε / διακανόνισαν
Μέλλονταςθα διακανονίζω / θα διακανονίσωθα διακανονίζεις / θα διακανονίσειςθα διακανονίζει / θα διακανονίσειθα διακανονίζουμε / θα διακανονίσουμεθα διακανονίζετε / θα διακανονίσετεθα διακανονίζουν / θα διακανονίζουνε / θα διακανονίσουν / θα διακανονίσουνε
Παρακείμενοςέχω διακανονίσειέχεις διακανονίσειέχει διακανονίσειέχουμε διακανονίσειέχετε διακανονίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα διακανονίσειείχες διακανονίσειείχε διακανονίσειείχαμε διακανονίσει——
Υποτακτικήνα έχω διακανονίσει / να διακανονίζω / να διακανονίσωνα έχεις διακανονίσει / να διακανονίζεις / να διακανονίσειςνα έχει διακανονίσει / να διακανονίζει / να διακανονίσεινα έχουμε διακανονίσει / να διακανονίζουμε / να διακανονίσουμενα έχετε διακανονίσει / να διακανονίζετε / να διακανονίσετενα διακανονίζουν / να διακανονίζουνε / να διακανονίσουν / να διακανονίσουνε
Προστακτική—διακανόνιζε / διακανόνισε——διακανονίζετε / διακανονίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →