διακανονίζω
•
- διευθετώ κάποια υπόθεση ακολουθώντας ορισμένους κανόνες Βικιλεξικό
- ρυθμίζω, τακτοποιώ συναινετικά ένα ζήτημα ακολουθώντας μια ορισμένη τυπική και ουσιαστική διαδικασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακανονίζω < διά + κανονίζω < αρχαία ελληνική κανονίζω < κανών
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διακανονίζω | διακανονίζεις | διακανονίζει | διακανονίζουμε | διακανονίζετε | διακανονίζουν / διακανονίζουνε |
| Παρατατικός | διακανόνιζα | διακανόνιζες | διακανόνιζε | διακανονίζαμε | διακανονίζατε | διακανονίζαν / διακανονίζανε / διακανόνιζαν |
| Αόριστος | διακανόνισα | διακανόνισες | διακανόνισε | διακανονίσαμε | διακανονίσατε | διακανονίσαν / διακανονίσανε / διακανόνισαν |
| Μέλλοντας | θα διακανονίζω / θα διακανονίσω | θα διακανονίζεις / θα διακανονίσεις | θα διακανονίζει / θα διακανονίσει | θα διακανονίζουμε / θα διακανονίσουμε | θα διακανονίζετε / θα διακανονίσετε | θα διακανονίζουν / θα διακανονίζουνε / θα διακανονίσουν / θα διακανονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διακανονίσει | έχεις διακανονίσει | έχει διακανονίσει | έχουμε διακανονίσει | έχετε διακανονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διακανονίσει | είχες διακανονίσει | είχε διακανονίσει | είχαμε διακανονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διακανονίσει / να διακανονίζω / να διακανονίσω | να έχεις διακανονίσει / να διακανονίζεις / να διακανονίσεις | να έχει διακανονίσει / να διακανονίζει / να διακανονίσει | να έχουμε διακανονίσει / να διακανονίζουμε / να διακανονίσουμε | να έχετε διακανονίσει / να διακανονίζετε / να διακανονίσετε | να διακανονίζουν / να διακανονίζουνε / να διακανονίσουν / να διακανονίσουνε |
| Προστακτική | — | διακανόνιζε / διακανόνισε | — | — | διακανονίζετε / διακανονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →