διαμονητήριο
•
- έγγραφο που παραχωρεί σε κάποιον το δικαίωμα να διαμείνει προσωρινά (συνήθως για τέσσερις ημέρες) στο Άγιο Όρος Βικιλεξικό
- μέρος το οποίο είναι κατάλληλο για διαμονή Βικιλεξικό
- έγγραφο που επιτρέπει την διαμονή σε ξένη χώρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμονητήριο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου διαμονητήριος < διαμονή + -τήριος < αρχαία ελληνική διαμονή < διαμένω < διά + μένω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμονητήριο | διαμονητήρια |
| Γενική | διαμονητήριου / διαμονητηρίου | διαμονητήριων / διαμονητηρίων |
| Αιτιατική | διαμονητήριο | διαμονητήρια |
| Κλητική | διαμονητήριο | διαμονητήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →