διαμονητήριος
•
- που έχει σχέση με την διαμονή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοδιαμονητήριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμονητήριος < διαμονή + -τήριος < αρχαία ελληνική διαμονή < διαμένω < διά + μένω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμονητήριος | διαμονητήρια | διαμονητήριο |
| Γενική | διαμονητήριου | διαμονητήριας | διαμονητήριου |
| Αιτιατική | διαμονητήριο | διαμονητήρια | διαμονητήριο |
| Κλητική | διαμονητήριε | διαμονητήρια | διαμονητήριο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμονητήριοι | διαμονητήριες | διαμονητήρια |
| Γενική | διαμονητήριων | διαμονητήριων | διαμονητήριων |
| Αιτιατική | διαμονητήριους | διαμονητήριες | διαμονητήρια |
| Κλητική | διαμονητήριοι | διαμονητήριες | διαμονητήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →