διαμορφωτικός
•
- που σχετίζεται με τη διαμόρφωση ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμορφωτικός < ελληνιστική κοινή διαμορφωτικός < διαμορφόω / διαμορφῶ < διά + μορφόω / μορφῶ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμορφωτικός | διαμορφωτική | διαμορφωτικό |
| Γενική | διαμορφωτικού | διαμορφωτικής | διαμορφωτικού |
| Αιτιατική | διαμορφωτικό | διαμορφωτική | διαμορφωτικό |
| Κλητική | διαμορφωτικέ | διαμορφωτική | διαμορφωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμορφωτικοί | διαμορφωτικές | διαμορφωτικά |
| Γενική | διαμορφωτικών | διαμορφωτικών | διαμορφωτικών |
| Αιτιατική | διαμορφωτικούς | διαμορφωτικές | διαμορφωτικά |
| Κλητική | διαμορφωτικοί | διαμορφωτικές | διαμορφωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →