διαμορφώνω
•
- διαπλάθω ηθικά ή πνευματικά Βικιλεξικό
- σχηματίζω, δίνω σε κάτι μορφή Βικιλεξικό
- Ἔχομε κι' ὅλας ἐδῶ ἕνα πρῶτο σκελετό τῶν ἐπιδιώξεων τοῦ Μ. πού κοντά στό ψυχόδραμα θά βάλη στά σκαριά την κοινωνιομετρία, μελέτη τῶν εἰδικῶν φαινομένων πόὺ χαρακτηρίζουν καὶ διαμορφώνουν τὶς σχέσεις τῶν ἀτόμων μέσα στὴν ὁμάδα, μὲ βάση τὴν αὐθορμησία, καθὼς καὶ τὴ διερεύνηση τοῦ βαθμοῦ τῆς γνησιότητός της. (Παιδεία και ζωή, τεύχη 64-81, 1958, σελ. 205)
Ετυμολογία
διαμορφώνω < ελληνιστική κοινή διαμορφόω / διαμορφῶ < διά + μορφόω / μορφῶ < αρχαία ελληνική μορφή
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαμορφώνω | διαμορφώνεις | διαμορφώνει | διαμορφώνουμε | διαμορφώνετε | διαμορφώνουν / διαμορφώνουνε |
| Παρατατικός | διαμόρφωνα | διαμόρφωνες | διαμόρφωνε | διαμορφώναμε | διαμορφώνατε | διαμορφώναν / διαμορφώνανε / διαμόρφωναν |
| Αόριστος | διαμόρφωσα | διαμόρφωσες | διαμόρφωσε | διαμορφώσαμε | διαμορφώσατε | διαμορφώσαν / διαμορφώσανε / διαμόρφωσαν |
| Μέλλοντας | θα διαμορφώνω / θα διαμορφώσω | θα διαμορφώνεις / θα διαμορφώσεις | θα διαμορφώνει / θα διαμορφώσει | θα διαμορφώνουμε / θα διαμορφώσουμε | θα διαμορφώνετε / θα διαμορφώσετε | θα διαμορφώνουν / θα διαμορφώνουνε / θα διαμορφώσουν / θα διαμορφώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαμορφώσει | έχεις διαμορφώσει | έχει διαμορφώσει | έχουμε διαμορφώσει | έχετε διαμορφώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαμορφώσει | είχες διαμορφώσει | είχε διαμορφώσει | είχαμε διαμορφώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαμορφώσει / να διαμορφώνω / να διαμορφώσω | να έχεις διαμορφώσει / να διαμορφώνεις / να διαμορφώσεις | να έχει διαμορφώσει / να διαμορφώνει / να διαμορφώσει | να έχουμε διαμορφώσει / να διαμορφώνουμε / να διαμορφώσουμε | να έχετε διαμορφώσει / να διαμορφώνετε / να διαμορφώσετε | να διαμορφώνουν / να διαμορφώνουνε / να διαμορφώσουν / να διαμορφώσουνε |
| Προστακτική | — | διαμόρφωνε / διαμόρφωσε | — | — | διαμορφώνετε / διαμορφώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →