διαποτίζω
•
- για υγράμουσκεύω τα εσώτερα στρώματα ενός υλικού ή αντικειμένου, το διαπερνώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπηρεάζω ουσιαστικά και έντονα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαποτίζω < μεσαιωνική ελληνική διαποτίζω < δια- + ποτίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική imbiber)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαποτίζω | διαποτίζεις | διαποτίζει | διαποτίζουμε | διαποτίζετε | διαποτίζουν / διαποτίζουνε |
| Παρατατικός | διαπότιζα | διαπότιζες | διαπότιζε | διαποτίζαμε | διαποτίζατε | διαποτίζαν / διαποτίζανε / διαπότιζαν |
| Αόριστος | διαπότισα | διαπότισες | διαπότισε | διαποτίσαμε | διαποτίσατε | διαποτίσαν / διαποτίσανε / διαπότισαν |
| Μέλλοντας | θα διαποτίζω / θα διαποτίσω | θα διαποτίζεις / θα διαποτίσεις | θα διαποτίζει / θα διαποτίσει | θα διαποτίζουμε / θα διαποτίσουμε | θα διαποτίζετε / θα διαποτίσετε | θα διαποτίζουν / θα διαποτίζουνε / θα διαποτίσουν / θα διαποτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαποτίσει | έχεις διαποτίσει | έχει διαποτίσει | έχουμε διαποτίσει | έχετε διαποτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαποτίσει | είχες διαποτίσει | είχε διαποτίσει | είχαμε διαποτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαποτίσει / να διαποτίζω / να διαποτίσω | να έχεις διαποτίσει / να διαποτίζεις / να διαποτίσεις | να έχει διαποτίσει / να διαποτίζει / να διαποτίσει | να έχουμε διαποτίσει / να διαποτίζουμε / να διαποτίσουμε | να έχετε διαποτίσει / να διαποτίζετε / να διαποτίσετε | να διαποτίζουν / να διαποτίζουνε / να διαποτίσουν / να διαποτίσουνε |
| Προστακτική | — | διαπότιζε / διαπότισε | — | — | διαποτίζετε / διαποτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →