διαρρυθμίζω
•
- διευθετώ, τακτοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαρρυθμίζω < ελληνιστική κοινή διαρρυθμίζω < αρχαία ελληνική διά + ῥυθμίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαρρυθμίζω | διαρρυθμίζεις | διαρρυθμίζει | διαρρυθμίζουμε | διαρρυθμίζετε | διαρρυθμίζουν / διαρρυθμίζουνε |
| Παρατατικός | διαρρύθμιζα | διαρρύθμιζες | διαρρύθμιζε | διαρρυθμίζαμε | διαρρυθμίζατε | διαρρυθμίζαν / διαρρυθμίζανε / διαρρύθμιζαν |
| Αόριστος | διαρρύθμισα | διαρρύθμισες | διαρρύθμισε | διαρρυθμίσαμε | διαρρυθμίσατε | διαρρυθμίσαν / διαρρυθμίσανε / διαρρύθμισαν |
| Μέλλοντας | θα διαρρυθμίζω / θα διαρρυθμίσω | θα διαρρυθμίζεις / θα διαρρυθμίσεις | θα διαρρυθμίζει / θα διαρρυθμίσει | θα διαρρυθμίζουμε / θα διαρρυθμίσουμε | θα διαρρυθμίζετε / θα διαρρυθμίσετε | θα διαρρυθμίζουν / θα διαρρυθμίζουνε / θα διαρρυθμίσουν / θα διαρρυθμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαρρυθμίσει | έχεις διαρρυθμίσει | έχει διαρρυθμίσει | έχουμε διαρρυθμίσει | έχετε διαρρυθμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαρρυθμίσει | είχες διαρρυθμίσει | είχε διαρρυθμίσει | είχαμε διαρρυθμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαρρυθμίσει / να διαρρυθμίζω / να διαρρυθμίσω | να έχεις διαρρυθμίσει / να διαρρυθμίζεις / να διαρρυθμίσεις | να έχει διαρρυθμίσει / να διαρρυθμίζει / να διαρρυθμίσει | να έχουμε διαρρυθμίσει / να διαρρυθμίζουμε / να διαρρυθμίσουμε | να έχετε διαρρυθμίσει / να διαρρυθμίζετε / να διαρρυθμίσετε | να διαρρυθμίζουν / να διαρρυθμίζουνε / να διαρρυθμίσουν / να διαρρυθμίσουνε |
| Προστακτική | — | διαρρύθμιζε / διαρρύθμισε | — | — | διαρρυθμίζετε / διαρρυθμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →