διαρρυθμιστικός
•
- που έχει σχέση με διαρρύθμιση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαρρυθμιστικός < διαρρυθμίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαρρυθμιστικός | διαρρυθμιστική | διαρρυθμιστικό |
| Γενική | διαρρυθμιστικού | διαρρυθμιστικής | διαρρυθμιστικού |
| Αιτιατική | διαρρυθμιστικό | διαρρυθμιστική | διαρρυθμιστικό |
| Κλητική | διαρρυθμιστικέ | διαρρυθμιστική | διαρρυθμιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαρρυθμιστικοί | διαρρυθμιστικές | διαρρυθμιστικά |
| Γενική | διαρρυθμιστικών | διαρρυθμιστικών | διαρρυθμιστικών |
| Αιτιατική | διαρρυθμιστικούς | διαρρυθμιστικές | διαρρυθμιστικά |
| Κλητική | διαρρυθμιστικοί | διαρρυθμιστικές | διαρρυθμιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →