Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαρρυθμιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με διαρρύθμιση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαρρυθμιστικός < διαρρυθμίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαρρυθμιστικόςδιαρρυθμιστικήδιαρρυθμιστικό
Γενικήδιαρρυθμιστικούδιαρρυθμιστικήςδιαρρυθμιστικού
Αιτιατικήδιαρρυθμιστικόδιαρρυθμιστικήδιαρρυθμιστικό
Κλητικήδιαρρυθμιστικέδιαρρυθμιστικήδιαρρυθμιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαρρυθμιστικοίδιαρρυθμιστικέςδιαρρυθμιστικά
Γενικήδιαρρυθμιστικώνδιαρρυθμιστικώνδιαρρυθμιστικών
Αιτιατικήδιαρρυθμιστικούςδιαρρυθμιστικέςδιαρρυθμιστικά
Κλητικήδιαρρυθμιστικοίδιαρρυθμιστικέςδιαρρυθμιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →