Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διασαφηνιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη διασαφήνιση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διασαφηνιστικός < διασαφηνίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιασαφηνιστικόςδιασαφηνιστικήδιασαφηνιστικό
Γενικήδιασαφηνιστικούδιασαφηνιστικήςδιασαφηνιστικού
Αιτιατικήδιασαφηνιστικόδιασαφηνιστικήδιασαφηνιστικό
Κλητικήδιασαφηνιστικέδιασαφηνιστικήδιασαφηνιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιασαφηνιστικοίδιασαφηνιστικέςδιασαφηνιστικά
Γενικήδιασαφηνιστικώνδιασαφηνιστικώνδιασαφηνιστικών
Αιτιατικήδιασαφηνιστικούςδιασαφηνιστικέςδιασαφηνιστικά
Κλητικήδιασαφηνιστικοίδιασαφηνιστικέςδιασαφηνιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →