διασαφηνιστικός
•
- που έχει σχέση με τη διασαφήνιση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διασαφηνιστικός < διασαφηνίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διασαφηνιστικός | διασαφηνιστική | διασαφηνιστικό |
| Γενική | διασαφηνιστικού | διασαφηνιστικής | διασαφηνιστικού |
| Αιτιατική | διασαφηνιστικό | διασαφηνιστική | διασαφηνιστικό |
| Κλητική | διασαφηνιστικέ | διασαφηνιστική | διασαφηνιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διασαφηνιστικοί | διασαφηνιστικές | διασαφηνιστικά |
| Γενική | διασαφηνιστικών | διασαφηνιστικών | διασαφηνιστικών |
| Αιτιατική | διασαφηνιστικούς | διασαφηνιστικές | διασαφηνιστικά |
| Κλητική | διασαφηνιστικοί | διασαφηνιστικές | διασαφηνιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →