σαφηνίζω
•
- ξεκαθαρίζω κάτι, το κάνω σαφές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαφηνίζω < αρχαία ελληνική σαφηνίζω < σαφηνής < σαφής
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σαφηνίζω | σαφηνίζεις | σαφηνίζει | σαφηνίζουμε | σαφηνίζετε | σαφηνίζουν / σαφηνίζουνε |
| Παρατατικός | σαφήνιζα | σαφήνιζες | σαφήνιζε | σαφηνίζαμε | σαφηνίζατε | σαφήνιζαν / σαφηνίζαν / σαφηνίζανε |
| Αόριστος | σαφήνισα | σαφήνισες | σαφήνισε | σαφηνίσαμε | σαφηνίσατε | σαφήνισαν / σαφηνίσαν / σαφηνίσανε |
| Μέλλοντας | θα σαφηνίζω / θα σαφηνίσω | θα σαφηνίζεις / θα σαφηνίσεις | θα σαφηνίζει / θα σαφηνίσει | θα σαφηνίζουμε / θα σαφηνίσουμε | θα σαφηνίζετε / θα σαφηνίσετε | θα σαφηνίζουν / θα σαφηνίζουνε / θα σαφηνίσουν / θα σαφηνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σαφηνίσει | έχεις σαφηνίσει | έχει σαφηνίσει | έχουμε σαφηνίσει | έχετε σαφηνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σαφηνίσει | είχες σαφηνίσει | είχε σαφηνίσει | είχαμε σαφηνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σαφηνίσει / να σαφηνίζω / να σαφηνίσω | να έχεις σαφηνίσει / να σαφηνίζεις / να σαφηνίσεις | να έχει σαφηνίσει / να σαφηνίζει / να σαφηνίσει | να έχουμε σαφηνίσει / να σαφηνίζουμε / να σαφηνίσουμε | να έχετε σαφηνίσει / να σαφηνίζετε / να σαφηνίσετε | να σαφηνίζουν / να σαφηνίζουνε / να σαφηνίσουν / να σαφηνίσουνε |
| Προστακτική | — | σαφήνιζε / σαφήνισε | — | — | σαφηνίζετε / σαφηνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →