σαφής
•
- που γίνεται απόλυτα κατανοητός ή λέγεται με βεβαιότητα και δεν αφήνει περιθώρια για λανθασμένη ερμηνεία Βικιλεξικό
- Οι τρεις γενικοί γραμματείς του υπουργείου Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας θα παραμείνουν στις θέσεις τους- δεν πρόκειται να αντικατασταθούν! Αυτή τη σαφή διαβεβαίωση τους έδωσε ο υπουργός ... (Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 31 Οκτωβρίου 2010)
- που χαρακτηρίζεται από διαυγή αντίληψη της πραγματικότητας και βεβαιότητα Βικιλεξικό
- πολλοί χρήστες του διαδικτύου δεν έχουν σαφή αντίληψη για τους πιθανούς κινδύνους στις συναλλαγές τους
- ευδιάκριτος, φανερός, καλά αντιληπτός Βικιλεξικό
- Eκτός απ τους δύο κλιβάνους που ανάγονται σε διαφορετικές εποχές, βρέθηκε τμήμα του πλινθοστρωμένου δαπέδου με σαφή ίχνη πυράς. (Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23 Ιουλίου 1995)
Ετυμολογία
σαφής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σαφής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σαφής | σαφής | σαφές |
| Γενική | σαφούς | σαφούς | σαφούς |
| Αιτιατική | σαφή | σαφή | σαφές |
| Κλητική | σαφή / σαφής | σαφής | σαφές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σαφείς | σαφείς | σαφή |
| Γενική | σαφών | σαφών | σαφών |
| Αιτιατική | σαφείς | σαφείς | σαφή |
| Κλητική | σαφείς | σαφείς | σαφή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →