διασαφηνίζω
•
- ξεκαθαρίζω κάτι, το κάνω πιο σαφές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διασαφηνίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διασαφηνίζω < διά + σαφηνίζω < σαφηνής < επίρρημα σάφα
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διασαφηνίζω | διασαφηνίζεις | διασαφηνίζει | διασαφηνίζουμε | διασαφηνίζετε | διασαφηνίζουν / διασαφηνίζουνε |
| Παρατατικός | διασαφήνιζα | διασαφήνιζες | διασαφήνιζε | διασαφηνίζαμε | διασαφηνίζατε | διασαφήνιζαν / διασαφηνίζαν / διασαφηνίζανε |
| Αόριστος | διασαφήνισα | διασαφήνισες | διασαφήνισε | διασαφηνίσαμε | διασαφηνίσατε | διασαφήνισαν / διασαφηνίσαν / διασαφηνίσανε |
| Μέλλοντας | θα διασαφηνίζω / θα διασαφηνίσω | θα διασαφηνίζεις / θα διασαφηνίσεις | θα διασαφηνίζει / θα διασαφηνίσει | θα διασαφηνίζουμε / θα διασαφηνίσουμε | θα διασαφηνίζετε / θα διασαφηνίσετε | θα διασαφηνίζουν / θα διασαφηνίζουνε / θα διασαφηνίσουν / θα διασαφηνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διασαφηνίσει | έχεις διασαφηνίσει | έχει διασαφηνίσει | έχουμε διασαφηνίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διασαφηνίσει | είχες διασαφηνίσει | είχε διασαφηνίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διασαφηνίσει / να διασαφηνίζω / να διασαφηνίσω | να έχεις διασαφηνίσει / να διασαφηνίζεις / να διασαφηνίσεις | να έχει διασαφηνίσει / να διασαφηνίζει / να διασαφηνίσει | να έχουμε διασαφηνίσει / να διασαφηνίζουμε / να διασαφηνίσουμε | να διασαφηνίζετε / να διασαφηνίσετε | να διασαφηνίζουν / να διασαφηνίζουνε / να διασαφηνίσουν / να διασαφηνίσουνε |
| Προστακτική | — | διασαφήνιζε / διασαφήνισε | — | — | διασαφηνίζετε / διασαφηνίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διασαφηνίστηκαδιασαφηνίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →