διασκευάζω
•
- δίνω σε κάτι μια άλλη μορφή, ώστε να εξυπηρετήσει άλλες ανάγκες Βικιλεξικό
- μια ομάδα φοιτητών ανέλαβε να διασκευάσει την πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας σε θεατρικό έργο
Ετυμολογία
διασκευάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διασκευάζω < αρχαία ελληνική διασκευάζομαι < διά + σκευάζω < σκευή (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική arranger)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διασκευάζω | διασκευάζεις | διασκευάζει | διασκευάζουμε | διασκευάζετε | διασκευάζουν / διασκευάζουνε |
| Παρατατικός | διασκεύαζα | διασκεύαζες | διασκεύαζε | διασκευάζαμε | διασκευάζατε | διασκευάζαν / διασκευάζανε / διασκεύαζαν |
| Αόριστος | διασκεύασα | διασκεύασες | διασκεύασε | διασκευάσαμε | διασκευάσατε | διασκευάσαν / διασκευάσανε / διασκεύασαν |
| Μέλλοντας | θα διασκευάζω / θα διασκευάσω | θα διασκευάζεις / θα διασκευάσεις | θα διασκευάζει / θα διασκευάσει | θα διασκευάζουμε / θα διασκευάσουμε | θα διασκευάζετε / θα διασκευάσετε | θα διασκευάζουν / θα διασκευάζουνε / θα διασκευάσουν / θα διασκευάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διασκευάσει | έχεις διασκευάσει | έχει διασκευάσει | έχουμε διασκευάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διασκευάσει | είχες διασκευάσει | είχε διασκευάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διασκευάσει / να διασκευάζω / να διασκευάσω | να έχεις διασκευάσει / να διασκευάζεις / να διασκευάσεις | να έχει διασκευάσει / να διασκευάζει / να διασκευάσει | να έχουμε διασκευάσει / να διασκευάζουμε / να διασκευάσουμε | να διασκευάζετε / να διασκευάσετε | να διασκευάζουν / να διασκευάζουνε / να διασκευάσουν / να διασκευάσουνε |
| Προστακτική | — | διασκεύαζε / διασκεύασε | — | — | διασκευάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διασκευάστηκαδιασκευάζομαιδιασκευάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →