Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διασκευάζω

/ði̯a.sceˈva.zo/ρήμα
•
  1. δίνω σε κάτι μια άλλη μορφή, ώστε να εξυπηρετήσει άλλες ανάγκες Βικιλεξικό
    • μια ομάδα φοιτητών ανέλαβε να διασκευάσει την πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας σε θεατρικό έργο

Ετυμολογία

διασκευάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διασκευάζω < αρχαία ελληνική διασκευάζομαι < διά + σκευάζω < σκευή (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική arranger)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιασκευάζωδιασκευάζειςδιασκευάζειδιασκευάζουμεδιασκευάζετεδιασκευάζουν / διασκευάζουνε
Παρατατικόςδιασκεύαζαδιασκεύαζεςδιασκεύαζεδιασκευάζαμεδιασκευάζατεδιασκευάζαν / διασκευάζανε / διασκεύαζαν
Αόριστοςδιασκεύασαδιασκεύασεςδιασκεύασεδιασκευάσαμεδιασκευάσατεδιασκευάσαν / διασκευάσανε / διασκεύασαν
Μέλλονταςθα διασκευάζω / θα διασκευάσωθα διασκευάζεις / θα διασκευάσειςθα διασκευάζει / θα διασκευάσειθα διασκευάζουμε / θα διασκευάσουμεθα διασκευάζετε / θα διασκευάσετεθα διασκευάζουν / θα διασκευάζουνε / θα διασκευάσουν / θα διασκευάσουνε
Παρακείμενοςέχω διασκευάσειέχεις διασκευάσειέχει διασκευάσειέχουμε διασκευάσει——
Υπερσυντέλικοςείχα διασκευάσειείχες διασκευάσειείχε διασκευάσει———
Υποτακτικήνα έχω διασκευάσει / να διασκευάζω / να διασκευάσωνα έχεις διασκευάσει / να διασκευάζεις / να διασκευάσειςνα έχει διασκευάσει / να διασκευάζει / να διασκευάσεινα έχουμε διασκευάσει / να διασκευάζουμε / να διασκευάσουμενα διασκευάζετε / να διασκευάσετενα διασκευάζουν / να διασκευάζουνε / να διασκευάσουν / να διασκευάσουνε
Προστακτική—διασκεύαζε / διασκεύασε——διασκευάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

διασκευάστηκαδιασκευάζομαιδιασκευάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →