διασκορπίζω
•
- σκορπίζω κάποια πράγματα σε διάφορα μέρη Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασησπαταλώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διασκορπίζω < ελληνιστική κοινή διασκορπίζω < διά + σκορπίζω < αρχαία ελληνική σκορπίος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)ker- (κόβω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διασκορπίζω | διασκορπίζεις | διασκορπίζει | διασκορπίζουμε | διασκορπίζετε | διασκορπίζουν / διασκορπίζουνε |
| Παρατατικός | διασκόρπιζα | διασκόρπιζες | διασκόρπιζε | διασκορπίζαμε | διασκορπίζατε | διασκορπίζαν / διασκορπίζανε / διασκόρπιζαν |
| Αόριστος | διασκόρπισα | διασκόρπισες | διασκόρπισε | διασκορπίσαμε | διασκορπίσατε | διασκορπίσαν / διασκορπίσανε / διασκόρπισαν |
| Μέλλοντας | θα διασκορπίζω / θα διασκορπίσω | θα διασκορπίζεις / θα διασκορπίσεις | θα διασκορπίζει / θα διασκορπίσει | θα διασκορπίζουμε / θα διασκορπίσουμε | θα διασκορπίζετε / θα διασκορπίσετε | θα διασκορπίζουν / θα διασκορπίζουνε / θα διασκορπίσουν / θα διασκορπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διασκορπίσει | έχεις διασκορπίσει | έχει διασκορπίσει | έχουμε διασκορπίσει | έχετε διασκορπίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διασκορπίσει | είχες διασκορπίσει | είχε διασκορπίσει | είχαμε διασκορπίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διασκορπίσει / να διασκορπίζω / να διασκορπίσω | να έχεις διασκορπίσει / να διασκορπίζεις / να διασκορπίσεις | να έχει διασκορπίσει / να διασκορπίζει / να διασκορπίσει | να έχουμε διασκορπίσει / να διασκορπίζουμε / να διασκορπίσουμε | να έχετε διασκορπίσει / να διασκορπίζετε / να διασκορπίσετε | να διασκορπίζουν / να διασκορπίζουνε / να διασκορπίσουν / να διασκορπίσουνε |
| Προστακτική | — | διασκόρπιζε / διασκόρπισε | — | — | διασκορπίζετε / διασκορπίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →