Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διασκορπίζω

/ði̯a.skoɾˈpi.zo/ρήμα
•
  1. σκορπίζω κάποια πράγματα σε διάφορα μέρη Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασησπαταλώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διασκορπίζω < ελληνιστική κοινή διασκορπίζω < διά + σκορπίζω < αρχαία ελληνική σκορπίος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)ker- (κόβω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιασκορπίζωδιασκορπίζειςδιασκορπίζειδιασκορπίζουμεδιασκορπίζετεδιασκορπίζουν / διασκορπίζουνε
Παρατατικόςδιασκόρπιζαδιασκόρπιζεςδιασκόρπιζεδιασκορπίζαμεδιασκορπίζατεδιασκορπίζαν / διασκορπίζανε / διασκόρπιζαν
Αόριστοςδιασκόρπισαδιασκόρπισεςδιασκόρπισεδιασκορπίσαμεδιασκορπίσατεδιασκορπίσαν / διασκορπίσανε / διασκόρπισαν
Μέλλονταςθα διασκορπίζω / θα διασκορπίσωθα διασκορπίζεις / θα διασκορπίσειςθα διασκορπίζει / θα διασκορπίσειθα διασκορπίζουμε / θα διασκορπίσουμεθα διασκορπίζετε / θα διασκορπίσετεθα διασκορπίζουν / θα διασκορπίζουνε / θα διασκορπίσουν / θα διασκορπίσουνε
Παρακείμενοςέχω διασκορπίσειέχεις διασκορπίσειέχει διασκορπίσειέχουμε διασκορπίσειέχετε διασκορπίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα διασκορπίσειείχες διασκορπίσειείχε διασκορπίσειείχαμε διασκορπίσει——
Υποτακτικήνα έχω διασκορπίσει / να διασκορπίζω / να διασκορπίσωνα έχεις διασκορπίσει / να διασκορπίζεις / να διασκορπίσειςνα έχει διασκορπίσει / να διασκορπίζει / να διασκορπίσεινα έχουμε διασκορπίσει / να διασκορπίζουμε / να διασκορπίσουμενα έχετε διασκορπίσει / να διασκορπίζετε / να διασκορπίσετενα διασκορπίζουν / να διασκορπίζουνε / να διασκορπίσουν / να διασκορπίσουνε
Προστακτική—διασκόρπιζε / διασκόρπισε——διασκορπίζετε / διασκορπίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →