διαστρωματωμένος
•
- που έχει χωριστεί σε διαστρωματώσεις Βικιλεξικό
- που αποτελείται από στρώματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαστρωματωμένος (νεολογισμός) < διαστρωμάτω(ση) + -μένος ή μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαστρωματώνω
Άλλοι τύποι
διαστρωματωμέναδιαστρωματωμένεδιαστρωματωμένεςδιαστρωματωμένηδιαστρωματωμένηςδιαστρωματωμένοδιαστρωματωμένοιδιαστρωματωμένοςδιαστρωματωμένουδιαστρωματωμένουςδιαστρωματωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →