Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαφανής

/ði.a.faˈnis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που επιτρέπει το φως να περάσει από μέσα του Βικιλεξικό
    • το γυαλί είναι διαφανές υλικό
  2. που δεν θέλει ή δεν μπορεί να αποκρύψει τίποτα, ο εύκολα κατανοητός, ο ξεκάθαρος Βικιλεξικό
    • oι προθέσεις του είναι διαφανείς
  3. πληροφορικήtransparent: μία λειτουργία που γίνεται αυτόματα από τον υπολογιστή ή το πρόγραμμα και δεν γίνεται αντιληπτή (γιατί είναι «διαφανής») από τον χρήστη Βικιλεξικό
  4. υλικό υπολογιστήtransparent: συσκευή (hardware) που δεν ελέγχει, ούτε επεξεργάζεται τα δεδομένα που περνούν από αυτήν, όπως η πλήμνη (hub) στα δίκτυα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαφανής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαφανής < (διά) δια- + -φανής (φαίνω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαφανήςδιαφανήςδιαφαν ές / διαφανές
Γενικήδιαφανούςδιαφανούςδιαφανούς
Αιτιατικήδιαφανήδιαφανήδιαφανές
Κλητικήδιαφανή / διαφανήςδιαφανήςδιαφανές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαφανείςδιαφανείςδιαφανή
Γενικήδιαφανώνδιαφανώνδιαφανών
Αιτιατικήδιαφανείςδιαφανείςδιαφανή
Κλητικήδιαφανείςδιαφανείςδιαφανή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →