Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δικάβαλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου αφορά μηχανάκι ή μοτοσικλέτα τα οποία καβαλούν δύο άτομα Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοδικάβαλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δικάβαλος < δι- + καβαλώ + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδικάβαλοςδικάβαληδικάβαλο
Γενικήδικάβαλουδικάβαληςδικάβαλου
Αιτιατικήδικάβαλοδικάβαληδικάβαλο
Κλητικήδικάβαλεδικάβαληδικάβαλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδικάβαλοιδικάβαλεςδικάβαλα
Γενικήδικάβαλωνδικάβαλωνδικάβαλων
Αιτιατικήδικάβαλουςδικάβαλεςδικάβαλα
Κλητικήδικάβαλοιδικάβαλεςδικάβαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →