δικατευθυντικός
•
- τεχνολογίαπου έχει τη δυνατότητα να κατευθύνει την ενέργεια για την οποία είναι προγραμματισμένος προς δύο κατευθύνσεις Βικιλεξικό
- Μια άλλη ταξινόμηση των μικροφώνων γίνεται με βάση της ευαισθησίας τους στην κατευθυντικότητα, στο πόσο δηλαδή εστιάζουν στον παραγόμενο ήχο από μια ηχητική πηγή. Με βάση αυτό το χαρακτηριστικό έχουμε τα παγκατευθυντικά (omni-directional), τα δικατευθυντικά (bidirectional) και τα μονοκατευθυντικά (unidirectional).
Ετυμολογία
δικατευθυντικός < (δις) δι- + κατευθυντικός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική bidirectional
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δικατευθυντικός | δικατευθυντική | δικατευθυντικό |
| Γενική | δικατευθυντικού | δικατευθυντικής | δικατευθυντικού |
| Αιτιατική | δικατευθυντικό | δικατευθυντική | δικατευθυντικό |
| Κλητική | δικατευθυντικέ | δικατευθυντική | δικατευθυντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δικατευθυντικοί | δικατευθυντικές | δικατευθυντικά |
| Γενική | δικατευθυντικών | δικατευθυντικών | δικατευθυντικών |
| Αιτιατική | δικατευθυντικούς | δικατευθυντικές | δικατευθυντικά |
| Κλητική | δικατευθυντικοί | δικατευθυντικές | δικατευθυντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →