Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονοκατευθυντικός

/mo.no.ka.te.fθin.diˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. τεχνολογίαπου έχει τη δυνατότητα να κατευθύνει την ενέργεια για την οποία είναι προγραμματισμένος προς μία και μόνη κατευθύνσεις Βικιλεξικό
    • Μια άλλη ταξινόμηση των μικροφώνων γίνεται με βάση της ευαισθησίας τους στην κατευθυντικότητα, στο πόσο δηλαδή εστιάζουν στον παραγόμενο ήχο από μια ηχητική πηγή. Με βάση αυτό το χαρακτηριστικό έχουμε τα παγκατευθυντικά (omni-directional), τα δικατευθυντικά (bidirectional) και τα μονοκατευθυντικά (unidirectional).

Ετυμολογία

μονοκατευθυντικός < μονο- + κατευθυντικός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική unidirectional

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοκατευθυντικόςμονοκατευθυντικήμονοκατευθυντικό
Γενικήμονοκατευθυντικούμονοκατευθυντικήςμονοκατευθυντικού
Αιτιατικήμονοκατευθυντικόμονοκατευθυντικήμονοκατευθυντικό
Κλητικήμονοκατευθυντικέμονοκατευθυντικήμονοκατευθυντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοκατευθυντικοίμονοκατευθυντικέςμονοκατευθυντικά
Γενικήμονοκατευθυντικώνμονοκατευθυντικώνμονοκατευθυντικών
Αιτιατικήμονοκατευθυντικούςμονοκατευθυντικέςμονοκατευθυντικά
Κλητικήμονοκατευθυντικοίμονοκατευθυντικέςμονοκατευθυντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →