δοκιμαστήριο
•
- μικρός χώρος σε κατάστημα, με καθρέφτη, όπου οι πελάτες δοκιμάζουν τα ενδύματα που ετοιμάζονται να αγοράσουν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δοκιμαστήριο < (δοκιμάζω) δοκιμασ- + -τήριον > -τήριο. Δείτε και το ελληνιστικό δοκιμαστήριον (τρόπος ελέγχου).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δοκιμαστήριο | δοκιμαστήρια |
| Γενική | δοκιμαστήριου / δοκιμαστηρίου | δοκιμαστηρίων |
| Αιτιατική | δοκιμαστήριο | δοκιμαστήρια |
| Κλητική | δοκιμαστήριο | δοκιμαστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →