δρασκελισμός
•
- το πήδημα πάνω από κάποιο εμπόδιο (π.χ. φράχτη) με ανοιχτά τα σκέλια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δρασκελισμός < δρασκελίζω + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δρασκελισμός | δρασκελισμοί |
| Γενική | δρασκελισμού | δρασκελισμών |
| Αιτιατική | δρασκελισμό | δρασκελισμούς |
| Κλητική | δρασκελισμέ | δρασκελισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →