δυαρχία
•
- η εξουσία που την ασκούν συγχρόνως δύο άρχοντες, δύο αρχές Βικιλεξικό
- φιλοσοφίαδυϊσμός, όταν υπάρχουν δύο θεωρητικές αρχές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυαρχία < ελληνιστική κοινή δυαρχία < αρχαία ελληνική δύο + ἄρχω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δυαρχία | δυαρχίες |
| Γενική | δυαρχίας | δυαρχιών |
| Αιτιατική | δυαρχία | δυαρχίες |
| Κλητική | δυαρχία | δυαρχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →