Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγγύτητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να βρίσκεται κάποιος εγγύς, κοντά, σε μικρή απόσταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγγύτητα < ελληνιστική κοινή ἐγγύτης < ἐγγύς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεγγύτηταεγγύτητες
Γενικήεγγύτηταςεγγυτήτων
Αιτιατικήεγγύτηταεγγύτητες
Κλητικήεγγύτηταεγγύτητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →