εγχώριος
•
- που προέρχεται από την ίδια τη χώρα στην οποία εμφανίζεται και όχι από το εξωτερικό Βικιλεξικό
- Η διεθνής και εγχώρια ταχυδιακίνηση και ταχυδιανομή εγγράφων ή μικροδεμάτων και μικροαντικειμένων με κάθε μέσο (Courrier) (από περιγραφή σκοπού εταιρείας από τον Επιχειρηματικό Οδηγό ΕΒΕΑ, ανάκτηση 23/12/2025)
Ετυμολογία
εγχώριος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐγχώριος < (ἐν) ἐγ- + χώρ(α) + -ιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εγχώριος | εγχώρια | εγχώριο |
| Γενική | εγχώριου | εγχώριας | εγχώριου |
| Αιτιατική | εγχώριο | εγχώρια | εγχώριο |
| Κλητική | εγχώριε | εγχώρια | εγχώριο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εγχώριοι | εγχώριες | εγχώρια |
| Γενική | εγχώριων | εγχώριων | εγχώριων |
| Αιτιατική | εγχώριους | εγχώριες | εγχώρια |
| Κλητική | εγχώριοι | εγχώριες | εγχώρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →