εθνικός
•
- που σχετίζεται με το έθνος Βικιλεξικό
- η εθνική συνείδηση
- που αναφέρεται στο κράτος Βικιλεξικό
- το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν
- υπουργείο εθνικής άμυνας
- που αναφέρεται στο σύνολο μιας χώρας και όχι σε μια περιφέρειά της ούτε σε υπερεθνική οντότητα Βικιλεξικό
- εθνικές, ευρωπαϊκές και αυτοδιοικητικές εκλογές
- γραμματικήγια λέξη που προσδιορίζει αυτόν που ανήκει σε ένα έθνος Βικιλεξικό
- τα εθνικά ονόματα όπως Έλληνας, Άγγλος, Γάλλος κλπ γράφονται με κεφαλαίο αρχικό
- ιστορίαστο βυζαντινό λεξιλόγιο ήταν συνώνυμο κυρίως των Ελλήνων, όπως και άλλων που δεν είχαν ασπαστεί το Χριστιανισμό και θεωρούνταν ειδωλολάτρες ή πολυθεϊστές ή παγανιστές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εθνικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐθνικός και σημασιολογικό δάνειο από την ιταλική nazionale ή (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική national
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εθνικός | εθνική | εθνικό |
| Γενική | εθνικού | εθνικής | εθνικού |
| Αιτιατική | εθνικό | εθνική | εθνικό |
| Κλητική | εθνικέ | εθνική | εθνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εθνικοί | εθνικές | εθνικά |
| Γενική | εθνικών | εθνικών | εθνικών |
| Αιτιατική | εθνικούς | εθνικές | εθνικά |
| Κλητική | εθνικοί | εθνικές | εθνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →