Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εθνικός

/e.θniˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με το έθνος Βικιλεξικό
    • η εθνική συνείδηση
  2. που αναφέρεται στο κράτος Βικιλεξικό
    • το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν
    • υπουργείο εθνικής άμυνας
  3. που αναφέρεται στο σύνολο μιας χώρας και όχι σε μια περιφέρειά της ούτε σε υπερεθνική οντότητα Βικιλεξικό
    • εθνικές, ευρωπαϊκές και αυτοδιοικητικές εκλογές
  4. γραμματικήγια λέξη που προσδιορίζει αυτόν που ανήκει σε ένα έθνος Βικιλεξικό
    • τα εθνικά ονόματα όπως Έλληνας, Άγγλος, Γάλλος κλπ γράφονται με κεφαλαίο αρχικό
  5. ιστορίαστο βυζαντινό λεξιλόγιο ήταν συνώνυμο κυρίως των Ελλήνων, όπως και άλλων που δεν είχαν ασπαστεί το Χριστιανισμό και θεωρούνταν ειδωλολάτρες ή πολυθεϊστές ή παγανιστές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εθνικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐθνικός και σημασιολογικό δάνειο από την ιταλική nazionale ή (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική national

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεθνικόςεθνικήεθνικό
Γενικήεθνικούεθνικήςεθνικού
Αιτιατικήεθνικόεθνικήεθνικό
Κλητικήεθνικέεθνικήεθνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεθνικοίεθνικέςεθνικά
Γενικήεθνικώνεθνικώνεθνικών
Αιτιατικήεθνικούςεθνικέςεθνικά
Κλητικήεθνικοίεθνικέςεθνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →