παγκόσμιος
•
- ο Παγκόσμιος Πόλεμος Βικιλεξικό
- η Τουρκία κράτησε ουδετερότητα στο δεύτερο Παγκόσμιο (εννοείται η λέξη Πόλεμος)
Ετυμολογία
παγκόσμιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παγκόσμιος < πᾶς + κόσμος. Συγχρονικά αναλύεται σε (παν-) παγ- + κόσμ(ος) + -ιος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παγκόσμια / παγκόσμιος / παγκόσμιο | παγκόσμιες / παγκόσμιοι / παγκόσμια |
| Γενική | παγκόσμιας / παγκοσμίου / παγκόσμιου / παγκοσμίου / παγκόσμιου | παγκοσμίων / παγκόσμιων / παγκοσμίων / παγκόσμιων / παγκοσμίων / παγκόσμιων |
| Αιτιατική | παγκόσμια / παγκόσμιο / παγκόσμιο | παγκόσμιες / παγκοσμίους / παγκόσμιους / παγκόσμια |
| Κλητική | παγκόσμια / παγκόσμιε / παγκόσμιο | παγκόσμιες / παγκόσμιοι / παγκόσμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →