εισάγομαι
•
- με εισάγουν, με βάζουν μέσα Βικιλεξικό
- το ενδοσκόπιο εισάγεται στον πεπτικό σωλήνα
- εισέρχομαι, μπαίνω κάπου (με εξετάσεις) Βικιλεξικό
- φέτος θα εισαχθούν λιγότεροι στο Πανεπιστήμιο
- γραμματικήξεκινώ Βικιλεξικό
- οι ειδικές προτάσεις εισάγονται με τους συνδέσμους ότι και πως
Ετυμολογία
εισάγομαι < παθητική φωνή του ρήματος εισάγω < αρχαία ελληνική εἰσάγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εισάγομαι | εισάγεσαι | εισάγεται | εισαγόμαστε | εισάγεστε | εισάγονται |
| Παρατατικός | εισαγόμουν / εισαγόμουνα | εισαγόσουν / εισαγόσουνα | εισαγόταν / εισαγότανε | εισαγόμασταν / εισαγόμαστε | εισαγόσασταν / εισαγόσαστε | εισάγονταν / εισαγόντουσαν |
| Αόριστος | εισάχθηκα | εισάχθηκες | εισάχθηκε | εισαχθήκαμε | εισαχθήκατε | εισάχθηκαν / εισαχθήκαν / εισαχθήκανε |
| Μέλλοντας | θα εισάγομαι / θα εισαχθώ | θα εισάγεσαι / θα εισαχθείς | θα εισάγεται / θα εισαχθεί | θα εισαγόμαστε / θα εισαχθούμε | θα εισάγεστε / θα εισαχθείτε | θα εισάγονται / θα εισαχθούν / θα εισαχθούνε |
| Παρακείμενος | έχω εισαχθεί | έχεις εισαχθεί | έχει εισαχθεί | έχουμε εισαχθεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εισαχθεί | είχες εισαχθεί | είχε εισαχθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εισαχθεί / να εισάγομαι / να εισαχθώ | να έχεις εισαχθεί / να εισάγεσαι / να εισαχθείς | να έχει εισαχθεί / να εισάγεται / να εισαχθεί | να έχουμε εισαχθεί / να εισαγόμαστε / να εισαχθούμε | να εισάγεστε / να εισαχθείτε | να εισάγονται / να εισαχθούν / να εισαχθούνε |
| Προστακτική | — | εισάγου | — | — | εισάγεστε / εισαχθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →