εξάγομαι
•
- εξέρχομαι, βγαίνω από κάπου (για προϊόντα, δόντια κ.λπ. άψυχα) Βικιλεξικό
- το λάδι της Καλαμάτας εξάγεται στη Γαλλία
- το δόντι εξάγεται από τον οδοντίατρο
- για συλλογισμούςβγαίνω Βικιλεξικό
- από πού εξάγεται αυτό το συμπέρασμα;
- εξάγεται το αποτέλεσμα μιας αριθμητικής πράξης
Ετυμολογία
εξάγομαι < παθητική φωνή του ρήματος εξάγω < αρχαία ελληνική εξάγομαι < ἐξ + ἄγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξάγομαι | εξάγεσαι | εξάγεται | εξαγόμαστε | εξάγεστε | εξάγονται |
| Παρατατικός | εξαγόμουν / εξαγόμουνα | εξαγόσουν / εξαγόσουνα | εξαγόταν / εξαγότανε | εξαγόμασταν / εξαγόμαστε | εξαγόσασταν / εξαγόσαστε | εξάγονταν / εξαγόντουσαν |
| Αόριστος | εξάχθηκα | εξάχθηκες | εξάχθηκε | εξαχθήκαμε | εξαχθήκατε | εξάχθηκαν / εξαχθήκαν / εξαχθήκανε |
| Μέλλοντας | θα εξάγομαι / θα εξαχθώ | θα εξάγεσαι / θα εξαχθείς | θα εξάγεται / θα εξαχθεί | θα εξαγόμαστε / θα εξαχθούμε | θα εξάγεστε / θα εξαχθείτε | θα εξάγονται / θα εξαχθούν / θα εξαχθούνε |
| Παρακείμενος | έχω εξαχθεί | έχεις εξαχθεί | έχει εξαχθεί | έχουμε εξαχθεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξαχθεί | είχες εξαχθεί | είχε εξαχθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξαχθεί / να εξάγομαι / να εξαχθώ | να έχεις εξαχθεί / να εξάγεσαι / να εξαχθείς | να έχει εξαχθεί / να εξάγεται / να εξαχθεί | να έχουμε εξαχθεί / να εξαγόμαστε / να εξαχθούμε | να εξάγεστε / να εξαχθείτε | να εξάγονται / να εξαχθούν / να εξαχθούνε |
| Προστακτική | — | εξάγου | — | — | εξάγεστε / εξαχθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →