Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξάγομαι

ρήμα
•
  1. εξέρχομαι, βγαίνω από κάπου (για προϊόντα, δόντια κ.λπ. άψυχα) Βικιλεξικό
    • το λάδι της Καλαμάτας εξάγεται στη Γαλλία
    • το δόντι εξάγεται από τον οδοντίατρο
  2. για συλλογισμούςβγαίνω Βικιλεξικό
    • από πού εξάγεται αυτό το συμπέρασμα;
    • εξάγεται το αποτέλεσμα μιας αριθμητικής πράξης

Ετυμολογία

εξάγομαι < παθητική φωνή του ρήματος εξάγω < αρχαία ελληνική εξάγομαι < ἐξ + ἄγω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξάγομαιεξάγεσαιεξάγεταιεξαγόμαστεεξάγεστεεξάγονται
Παρατατικόςεξαγόμουν / εξαγόμουναεξαγόσουν / εξαγόσουναεξαγόταν / εξαγότανεεξαγόμασταν / εξαγόμαστεεξαγόσασταν / εξαγόσαστεεξάγονταν / εξαγόντουσαν
Αόριστοςεξάχθηκαεξάχθηκεςεξάχθηκεεξαχθήκαμεεξαχθήκατεεξάχθηκαν / εξαχθήκαν / εξαχθήκανε
Μέλλονταςθα εξάγομαι / θα εξαχθώθα εξάγεσαι / θα εξαχθείςθα εξάγεται / θα εξαχθείθα εξαγόμαστε / θα εξαχθούμεθα εξάγεστε / θα εξαχθείτεθα εξάγονται / θα εξαχθούν / θα εξαχθούνε
Παρακείμενοςέχω εξαχθείέχεις εξαχθείέχει εξαχθείέχουμε εξαχθεί——
Υπερσυντέλικοςείχα εξαχθείείχες εξαχθείείχε εξαχθεί———
Υποτακτικήνα έχω εξαχθεί / να εξάγομαι / να εξαχθώνα έχεις εξαχθεί / να εξάγεσαι / να εξαχθείςνα έχει εξαχθεί / να εξάγεται / να εξαχθείνα έχουμε εξαχθεί / να εξαγόμαστε / να εξαχθούμενα εξάγεστε / να εξαχθείτενα εξάγονται / να εξαχθούν / να εξαχθούνε
Προστακτική—εξάγου——εξάγεστε / εξαχθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →