εισδοχή
•
- λόγιοτο να μπαίνει κάποιος κάπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εισδοχή < αρχαία ελληνική εἰσδοχή < εἰς + δέχομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εισδοχή | εισδοχές |
| Γενική | εισδοχής | εισδοχών |
| Αιτιατική | εισδοχή | εισδοχές |
| Κλητική | εισδοχή | εισδοχές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →