εισφοροαποφυγή
•
- νεολογισμόςη αποφυγή της καταβολής / πληρωμής εισφορών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εισφοροαποφυγή < εισφορά + -ο- + αποφυγή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εισφοροαποφυγή | εισφοροαποφυγές |
| Γενική | εισφοροαποφυγής | εισφοροαποφυγών |
| Αιτιατική | εισφοροαποφυγή | εισφοροαποφυγές |
| Κλητική | εισφοροαποφυγή | εισφοροαποφυγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →