εκγυμνάζω
•
- γυμνάζω (κάποιον) συστηματικά, με ορισμένο πρόγραμμα και προς συγκεκριμένο σκοπό, κάνω προπόνηση Βικιλεξικό
- εκπαιδεύω (κάποιο ζώο) μέσω επαναληπτικών ασκήσεων να συμπεριφέρεται με ορισμένο τρόπο ή να εκτελεί ορισμένη ενέργεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκγυμνάζω < ελληνιστική κοινή ἐκγυμνάζω < αρχαία ελληνική ἐκ + γυμνάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκγυμνάζω | εκγυμνάζεις | εκγυμνάζει | εκγυμνάζουμε | εκγυμνάζετε | εκγυμνάζουν / εκγυμνάζουνε |
| Παρατατικός | εκγύμναζα | εκγύμναζες | εκγύμναζε | εκγυμνάζαμε | εκγυμνάζατε | εκγυμνάζαν / εκγυμνάζανε / εκγύμναζαν |
| Αόριστος | εκγύμνασα | εκγύμνασες | εκγύμνασε | εκγυμνάσαμε | εκγυμνάσατε | εκγυμνάσαν / εκγυμνάσανε / εκγύμνασαν |
| Μέλλοντας | θα εκγυμνάζω / θα εκγυμνάσω | θα εκγυμνάζεις / θα εκγυμνάσεις | θα εκγυμνάζει / θα εκγυμνάσει | θα εκγυμνάζουμε / θα εκγυμνάσουμε | θα εκγυμνάζετε / θα εκγυμνάσετε | θα εκγυμνάζουν / θα εκγυμνάζουνε / θα εκγυμνάσουν / θα εκγυμνάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκγυμνάσει | έχεις εκγυμνάσει | έχει εκγυμνάσει | έχουμε εκγυμνάσει | έχετε εκγυμνάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκγυμνάσει | είχες εκγυμνάσει | είχε εκγυμνάσει | είχαμε εκγυμνάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκγυμνάσει / να εκγυμνάζω / να εκγυμνάσω | να έχεις εκγυμνάσει / να εκγυμνάζεις / να εκγυμνάσεις | να έχει εκγυμνάσει / να εκγυμνάζει / να εκγυμνάσει | να έχουμε εκγυμνάσει / να εκγυμνάζουμε / να εκγυμνάσουμε | να έχετε εκγυμνάσει / να εκγυμνάζετε / να εκγυμνάσετε | να εκγυμνάζουν / να εκγυμνάζουνε / να εκγυμνάσουν / να εκγυμνάσουνε |
| Προστακτική | — | εκγύμναζε / εκγύμνασε | — | — | εκγυμνάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκγυμνάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →