εκθέτης
•
- αυτός που παρουσιάζει έργα του ή προϊόντα του σε μια έκθεση Βικιλεξικό
- μαθηματικάο αριθμός στον οποίο υψώνεται ένας άλλος αριθμός ώστε να εξαχθεί μία δύναμη του δεύτερου αριθμού Βικιλεξικό
- στην έκφραση 2³=8 το 3 είναι ο εκθέτης
Ετυμολογία
εκθέτης < εκθέτω -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκθέτης | εκθέτες |
| Γενική | εκθέτη | εκθετών |
| Αιτιατική | εκθέτη | εκθέτες |
| Κλητική | εκθέτη | εκθέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →