Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκθετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μαθηματικάτου οποίου η μεταβλητή είναι εκθέτης σε κάποια σταθερά η οποία, με τη σειρά της, δεν ισούται με το μηδέν ή τη μονάδα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου μεταβάλλεται με επιταχυνόμενο ρυθμό όπως οι εκθετικές συναρτήσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκθετικός < ελληνιστική ἐκθετικός < ἐκθέτης < ἐκτίθημι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκθετικόςεκθετικήεκθετικό
Γενικήεκθετικούεκθετικήςεκθετικού
Αιτιατικήεκθετικόεκθετικήεκθετικό
Κλητικήεκθετικέεκθετικήεκθετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκθετικοίεκθετικέςεκθετικά
Γενικήεκθετικώνεκθετικώνεκθετικών
Αιτιατικήεκθετικούςεκθετικέςεκθετικά
Κλητικήεκθετικοίεκθετικέςεκθετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →