εκτεθειμένος
•
- απροστάτευτος, απροφύλακτος, ακάλυπτος Βικιλεξικό
- το σπίτι ήταν εκτεθειμένο στο βοριά
- γλιστρούσανε χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι μέχρι το σημείο όπου το μπατζάκι της απόληγε αφήνοντας εκτεθειμένο λίγο λευκό δέρμα του ποδιού πριν απ' τα μαύρα της μποτάκια (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
- που κινδυνεύει να αμφισβητηθεί η ακεραιότητά του Βικιλεξικό
- εγγυήθηκα για το χρέος σου και με άφησες εκτεθειμένο
Ετυμολογία
εκτεθειμένος < παθητική μετοχή παρακειμένου του εκτίθεμαι
Άλλοι τύποι
εκτεθειμέναεκτεθειμένεεκτεθειμένεςεκτεθειμένηεκτεθειμένηςεκτεθειμένοεκτεθειμένοιεκτεθειμένοςεκτεθειμένουεκτεθειμένουςεκτεθειμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →