εκπιέζω
•
- αφαιρώ με πίεση το χυμό από καρπούς, φρούτα κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκπιέζω < αρχαία ελληνική ἐκπιέζω < ἐκ + πιέζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκπιέζω | εκπιέζεις | εκπιέζει | εκπιέζουμε | εκπιέζετε | εκπιέζουν / εκπιέζουνε |
| Παρατατικός | εκπίεζα | εκπίεζες | εκπίεζε | εκπιέζαμε | εκπιέζατε | εκπίεζαν / εκπιέζαν / εκπιέζανε |
| Αόριστος | εκπίεσα | εκπίεσες | εκπίεσε | εκπιέσαμε | εκπιέσατε | εκπίεσαν / εκπιέσαν / εκπιέσανε |
| Μέλλοντας | θα εκπιέζω / θα εκπιέσω | θα εκπιέζεις / θα εκπιέσεις | θα εκπιέζει / θα εκπιέσει | θα εκπιέζουμε / θα εκπιέσουμε | θα εκπιέζετε / θα εκπιέσετε | θα εκπιέζουν / θα εκπιέζουνε / θα εκπιέσουν / θα εκπιέσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκπιέσει | έχεις εκπιέσει | έχει εκπιέσει | έχουμε εκπιέσει | έχετε εκπιέσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκπιέσει | είχες εκπιέσει | είχε εκπιέσει | είχαμε εκπιέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκπιέσει / να εκπιέζω / να εκπιέσω | να έχεις εκπιέσει / να εκπιέζεις / να εκπιέσεις | να έχει εκπιέσει / να εκπιέζει / να εκπιέσει | να έχουμε εκπιέσει / να εκπιέζουμε / να εκπιέσουμε | να έχετε εκπιέσει / να εκπιέζετε / να εκπιέσετε | να εκπιέζουν / να εκπιέζουνε / να εκπιέσουν / να εκπιέσουνε |
| Προστακτική | — | εκπίεζε / εκπίεσε | — | — | εκπιέζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκπιέστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →