εκπροσωπώ
•
- ενεργώ για λογαριασμό κάποιου, είμαι εκπρόσωπός του Βικιλεξικό
- O Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με τήρηση οπωσδήποτε των ορισμών του άρθρου 35 παράγραφος 1, εκπροσωπεί διεθνώς το Kράτος, κηρύσσει πόλεμο, συνομολογεί συνθήκες ειρήνης, συμμαχίας, οικονομικής συνεργασίας και συμμετοχής σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις και τις ανακοινώνει στη Bουλή, με τις αναγκαίες διασαφήσεις, όταν το συμφέρον και η ασφάλεια του Kράτους το επιτρέπουν. (Σύνταγμα της Ελλάδας, Βουλή των Ελλήνων, ΦΕΚ Α΄ 211/24-12-2019, άρθρο 36.1)
- εκφράζω μια ομάδα (καλλιτεχνική, ιδεολογική, πολιτική κ.λπ.) στην οποία και ανήκω ή μια τάση στην οποία και συμμετέχω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκπροσωπώ < μεσαιωνική ελληνική εκπροσωπώ < εκ- + αρχαία ελληνική πρόσωπον < πρός + ὤψ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₃okʷ- / *h₃ekʷ-
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκπροσωπώ | εκπροσωπείς | εκπροσωπεί | εκπροσωπούμε | εκπροσωπείτε | εκπροσωπούν / εκπροσωπούνε |
| Παρατατικός | εκπροσωπούσα | εκπροσωπούσες | εκπροσωπούσε | εκπροσωπούσαμε | εκπροσωπούσατε | εκπροσωπούσαν / εκπροσωπούσανε |
| Αόριστος | εκπροσώπησα | εκπροσώπησες | εκπροσώπησε | εκπροσωπήσαμε | εκπροσωπήσατε | εκπροσωπήσαν / εκπροσωπήσανε / εκπροσώπησαν |
| Μέλλοντας | θα εκπροσωπήσω / θα εκπροσωπώ | θα εκπροσωπήσεις / θα εκπροσωπείς | θα εκπροσωπήσει / θα εκπροσωπεί | θα εκπροσωπήσουμε / θα εκπροσωπούμε | θα εκπροσωπήσετε / θα εκπροσωπείτε | θα εκπροσωπήσουν / θα εκπροσωπήσουνε / θα εκπροσωπούν / θα εκπροσωπούνε |
| Παρακείμενος | έχω εκπροσωπήσει | έχεις εκπροσωπήσει | έχει εκπροσωπήσει | έχουμε εκπροσωπήσει | έχετε εκπροσωπήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκπροσωπήσει | είχες εκπροσωπήσει | είχε εκπροσωπήσει | είχαμε εκπροσωπήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκπροσωπήσει / να εκπροσωπήσω / να εκπροσωπώ | να έχεις εκπροσωπήσει / να εκπροσωπήσεις / να εκπροσωπείς | να έχει εκπροσωπήσει / να εκπροσωπήσει / να εκπροσωπεί | να έχουμε εκπροσωπήσει / να εκπροσωπήσουμε / να εκπροσωπούμε | να έχετε εκπροσωπήσει / να εκπροσωπήσετε / να εκπροσωπείτε | να εκπροσωπήσουν / να εκπροσωπήσουνε / να εκπροσωπούν / να εκπροσωπούνε |
| Προστακτική | — | εκπροσώπει / εκπροσώπησε | — | — | εκπροσωπήστε / εκπροσωπείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →