εκπρόσωπος
•
- που εκπροσωπεί κάποιον, που ενεργεί για λογαριασμό του Βικιλεξικό
- Ο δήμαρχος και οι δημοτικοί σύμβουλοι, οι σύμβουλοι της δημοτικής ή τοπικής κοινότητας και οι εκπρόσωποι της τοπικής κοινότητας εκλέγονται κάθε πέντε (5) χρόνια με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία. (Νόμος 3852/2010, Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγραμμα Καλλικράτης, ΦΕΚ A 87 - 07.06.2010)
- που εκφράζει και εκπροσωπεί μια ομάδα (καλλιτεχνική, ιδεολογική, πολιτική κ.λπ.) στην οποία και ανήκει ή μια τάση την οποία και εκφράζει Βικιλεξικό
- Ανάμεσα στους ποιητές που περιέγραψαν με αμεσότητα και ρεαλισμό το «σκηνικό» της εποχής ξεχωρίζει ο Τάσος Λειβαδίτης (1921-1988), κύριος εκπρόσωπος της Πρώτης Μεταπολεμικής Γενιάς, που με τους στίχους του εκφράζει τη φρίκη από την εφιαλτική μνήμη των αδικαίωτων θυσιών.
Ετυμολογία
εκπρόσωπος < εκπροσωπ(ώ) + -ος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκπρόσωπος | εκπρόσωποι |
| Γενική | εκπροσώπου / εκπρόσωπου | εκπροσώπων / εκπρόσωπων |
| Αιτιατική | εκπρόσωπο | εκπροσώπους / εκπρόσωπους |
| Κλητική | εκπρόσωπε | εκπρόσωποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →