Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκσυγχρονιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με εκσυγχρονισμό ή συμβάλλει σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκσυγχρονιστικός < εκσυγχρονίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκσυγχρονιστικόςεκσυγχρονιστικήεκσυγχρονιστικό
Γενικήεκσυγχρονιστικούεκσυγχρονιστικήςεκσυγχρονιστικού
Αιτιατικήεκσυγχρονιστικόεκσυγχρονιστικήεκσυγχρονιστικό
Κλητικήεκσυγχρονιστικέεκσυγχρονιστικήεκσυγχρονιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκσυγχρονιστικοίεκσυγχρονιστικέςεκσυγχρονιστικά
Γενικήεκσυγχρονιστικώνεκσυγχρονιστικώνεκσυγχρονιστικών
Αιτιατικήεκσυγχρονιστικούςεκσυγχρονιστικέςεκσυγχρονιστικά
Κλητικήεκσυγχρονιστικοίεκσυγχρονιστικέςεκσυγχρονιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →