εκσυγχρονιστικός
•
- που έχει σχέση με εκσυγχρονισμό ή συμβάλλει σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκσυγχρονιστικός < εκσυγχρονίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκσυγχρονιστικός | εκσυγχρονιστική | εκσυγχρονιστικό |
| Γενική | εκσυγχρονιστικού | εκσυγχρονιστικής | εκσυγχρονιστικού |
| Αιτιατική | εκσυγχρονιστικό | εκσυγχρονιστική | εκσυγχρονιστικό |
| Κλητική | εκσυγχρονιστικέ | εκσυγχρονιστική | εκσυγχρονιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκσυγχρονιστικοί | εκσυγχρονιστικές | εκσυγχρονιστικά |
| Γενική | εκσυγχρονιστικών | εκσυγχρονιστικών | εκσυγχρονιστικών |
| Αιτιατική | εκσυγχρονιστικούς | εκσυγχρονιστικές | εκσυγχρονιστικά |
| Κλητική | εκσυγχρονιστικοί | εκσυγχρονιστικές | εκσυγχρονιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →