Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκσυγχρονίζω

ρήμα
•
  1. προσαρμόζω κάτι (μετά από μεταρρυθμίσεις) στο σύγχρονο τρόπο ή συνθήκες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκσυγχρονίζω < εκ- + συγχρονίζω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική moderniser)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεκσυγχρονίζωεκσυγχρονίζειςεκσυγχρονίζειεκσυγχρονίζουμεεκσυγχρονίζετεεκσυγχρονίζουν / εκσυγχρονίζουνε
Παρατατικόςεκσυγχρόνιζαεκσυγχρόνιζεςεκσυγχρόνιζεεκσυγχρονίζαμεεκσυγχρονίζατεεκσυγχρονίζαν / εκσυγχρονίζανε / εκσυγχρόνιζαν
Αόριστοςεκσυγχρόνισαεκσυγχρόνισεςεκσυγχρόνισεεκσυγχρονίσαμεεκσυγχρονίσατεεκσυγχρονίσαν / εκσυγχρονίσανε / εκσυγχρόνισαν
Μέλλονταςθα εκσυγχρονίζω / θα εκσυγχρονίσωθα εκσυγχρονίζεις / θα εκσυγχρονίσειςθα εκσυγχρονίζει / θα εκσυγχρονίσειθα εκσυγχρονίζουμε / θα εκσυγχρονίσουμεθα εκσυγχρονίζετε / θα εκσυγχρονίσετεθα εκσυγχρονίζουν / θα εκσυγχρονίζουνε / θα εκσυγχρονίσουν / θα εκσυγχρονίσουνε
Παρακείμενοςέχω εκσυγχρονίσειέχεις εκσυγχρονίσειέχει εκσυγχρονίσειέχουμε εκσυγχρονίσειέχετε εκσυγχρονίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εκσυγχρονίσειείχες εκσυγχρονίσειείχε εκσυγχρονίσειείχαμε εκσυγχρονίσει——
Υποτακτικήνα έχω εκσυγχρονίσει / να εκσυγχρονίζω / να εκσυγχρονίσωνα έχεις εκσυγχρονίσει / να εκσυγχρονίζεις / να εκσυγχρονίσειςνα έχει εκσυγχρονίσει / να εκσυγχρονίζει / να εκσυγχρονίσεινα έχουμε εκσυγχρονίσει / να εκσυγχρονίζουμε / να εκσυγχρονίσουμενα έχετε εκσυγχρονίσει / να εκσυγχρονίζετε / να εκσυγχρονίσετενα εκσυγχρονίζουν / να εκσυγχρονίζουνε / να εκσυγχρονίσουν / να εκσυγχρονίσουνε
Προστακτική—εκσυγχρόνιζε / εκσυγχρόνισε——εκσυγχρονίζετε / εκσυγχρονίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →