εκτονωτικός
•
- που έχει σχέση με εκτόνωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτονωτικός < εκτονώ(νω) + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκτονωτικός | εκτονωτική | εκτονωτικό |
| Γενική | εκτονωτικού | εκτονωτικής | εκτονωτικού |
| Αιτιατική | εκτονωτικό | εκτονωτική | εκτονωτικό |
| Κλητική | εκτονωτικέ | εκτονωτική | εκτονωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκτονωτικοί | εκτονωτικές | εκτονωτικά |
| Γενική | εκτονωτικών | εκτονωτικών | εκτονωτικών |
| Αιτιατική | εκτονωτικούς | εκτονωτικές | εκτονωτικά |
| Κλητική | εκτονωτικοί | εκτονωτικές | εκτονωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →