Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκτονωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με εκτόνωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκτονωτικός < εκτονώ(νω) + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκτονωτικόςεκτονωτικήεκτονωτικό
Γενικήεκτονωτικούεκτονωτικήςεκτονωτικού
Αιτιατικήεκτονωτικόεκτονωτικήεκτονωτικό
Κλητικήεκτονωτικέεκτονωτικήεκτονωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκτονωτικοίεκτονωτικέςεκτονωτικά
Γενικήεκτονωτικώνεκτονωτικώνεκτονωτικών
Αιτιατικήεκτονωτικούςεκτονωτικέςεκτονωτικά
Κλητικήεκτονωτικοίεκτονωτικέςεκτονωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →