εκτονώνω
•
- κάνω κάτι να χάσει την ένταση ή τη δύναμη που έχει Βικιλεξικό
- Προσπάθησε να εκτονώσει την ατμόσφαιρα μετά τον καβγά
Ετυμολογία
εκτονώνω < μεσαιωνική ελληνική ἐκτονόω / ἐκτονῶ < ελληνιστική κοινή τονόω / τονῶ < αρχαία ελληνική τόνος < τείνω < πρωτοελληνική teňňō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ten-ye- of *ten- (τείνω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκτονώνω | εκτονώνεις | εκτονώνει | εκτονώνουμε | εκτονώνετε | εκτονώνουν / εκτονώνουνε |
| Παρατατικός | εκτόνωνα | εκτόνωνες | εκτόνωνε | εκτονώναμε | εκτονώνατε | εκτονώναν / εκτονώνανε / εκτόνωναν |
| Αόριστος | εκτόνωσα | εκτόνωσες | εκτόνωσε | εκτονώσαμε | εκτονώσατε | εκτονώσαν / εκτονώσανε / εκτόνωσαν |
| Μέλλοντας | θα εκτονώνω / θα εκτονώσω | θα εκτονώνεις / θα εκτονώσεις | θα εκτονώνει / θα εκτονώσει | θα εκτονώνουμε / θα εκτονώσουμε | θα εκτονώνετε / θα εκτονώσετε | θα εκτονώνουν / θα εκτονώνουνε / θα εκτονώσουν / θα εκτονώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκτονώσει | έχεις εκτονώσει | έχει εκτονώσει | έχουμε εκτονώσει | έχετε εκτονώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκτονώσει | είχες εκτονώσει | είχε εκτονώσει | είχαμε εκτονώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκτονώσει / να εκτονώνω / να εκτονώσω | να έχεις εκτονώσει / να εκτονώνεις / να εκτονώσεις | να έχει εκτονώσει / να εκτονώνει / να εκτονώσει | να έχουμε εκτονώσει / να εκτονώνουμε / να εκτονώσουμε | να έχετε εκτονώσει / να εκτονώνετε / να εκτονώσετε | να εκτονώνουν / να εκτονώνουνε / να εκτονώσουν / να εκτονώσουνε |
| Προστακτική | — | εκτόνωνε / εκτόνωσε | — | — | εκτονώνετε / εκτονώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →