εκτυλίσσω
•
- ξετυλίγω Βικιλεξικό
- το μεσοπαθητικό εκτυλίσσομαι: διαδραματίζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτυλίσσω < ελληνιστική κοινή ἐκτυλίσσω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκτυλίσσω | εκτυλίσσεις | εκτυλίσσει | εκτυλίσσουμε | εκτυλίσσετε | εκτυλίσσουν / εκτυλίσσουνε |
| Παρατατικός | εκτύλισσα | εκτύλισσες | εκτύλισσε | εκτυλίσσαμε | εκτυλίσσατε | εκτυλίσσαν / εκτυλίσσανε / εκτύλισσαν |
| Αόριστος | εκτύλιξα | εκτύλιξες | εκτύλιξε | εκτυλίξαμε | εκτυλίξατε | εκτυλίξαν / εκτυλίξανε / εκτύλιξαν |
| Μέλλοντας | θα εκτυλίξω / θα εκτυλίσσω | θα εκτυλίξεις / θα εκτυλίσσεις | θα εκτυλίξει / θα εκτυλίσσει | θα εκτυλίξουμε / θα εκτυλίσσουμε | θα εκτυλίξετε / θα εκτυλίσσετε | θα εκτυλίξουν / θα εκτυλίξουνε / θα εκτυλίσσουν / θα εκτυλίσσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκτυλίξει | έχεις εκτυλίξει | έχει εκτυλίξει | έχουμε εκτυλίξει | έχετε εκτυλίξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκτυλίξει | είχες εκτυλίξει | είχε εκτυλίξει | είχαμε εκτυλίξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκτυλίξει / να εκτυλίξω / να εκτυλίσσω | να έχεις εκτυλίξει / να εκτυλίξεις / να εκτυλίσσεις | να έχει εκτυλίξει / να εκτυλίξει / να εκτυλίσσει | να έχουμε εκτυλίξει / να εκτυλίξουμε / να εκτυλίσσουμε | να έχετε εκτυλίξει / να εκτυλίξετε / να εκτυλίσσετε | να εκτυλίξουν / να εκτυλίξουνε / να εκτυλίσσουν / να εκτυλίσσουνε |
| Προστακτική | — | εκτύλιξε / εκτύλισσε | — | — | εκτυλίξτε / εκτυλίσσετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →