Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκφορτίζω

ρήμα
•
  1. τεχνολογίααποφορτίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκφορτίζω < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεκφορτίζωεκφορτίζειςεκφορτίζειεκφορτίζουμεεκφορτίζετεεκφορτίζουν / εκφορτίζουνε
Παρατατικόςεκφόρτιζαεκφόρτιζεςεκφόρτιζεεκφορτίζαμεεκφορτίζατεεκφορτίζαν / εκφορτίζανε / εκφόρτιζαν
Αόριστοςεκφόρτισαεκφόρτισεςεκφόρτισεεκφορτίσαμεεκφορτίσατεεκφορτίσαν / εκφορτίσανε / εκφόρτισαν
Μέλλονταςθα εκφορτίζω / θα εκφορτίσωθα εκφορτίζεις / θα εκφορτίσειςθα εκφορτίζει / θα εκφορτίσειθα εκφορτίζουμε / θα εκφορτίσουμεθα εκφορτίζετε / θα εκφορτίσετεθα εκφορτίζουν / θα εκφορτίζουνε / θα εκφορτίσουν / θα εκφορτίσουνε
Παρακείμενοςέχω εκφορτίσειέχεις εκφορτίσειέχει εκφορτίσειέχουμε εκφορτίσειέχετε εκφορτίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εκφορτίσειείχες εκφορτίσειείχε εκφορτίσειείχαμε εκφορτίσει——
Υποτακτικήνα έχω εκφορτίσει / να εκφορτίζω / να εκφορτίσωνα έχεις εκφορτίσει / να εκφορτίζεις / να εκφορτίσειςνα έχει εκφορτίσει / να εκφορτίζει / να εκφορτίσεινα έχουμε εκφορτίσει / να εκφορτίζουμε / να εκφορτίσουμενα έχετε εκφορτίσει / να εκφορτίζετε / να εκφορτίσετενα εκφορτίζουν / να εκφορτίζουνε / να εκφορτίσουν / να εκφορτίσουνε
Προστακτική—εκφόρτιζε / εκφόρτισε——εκφορτίζετε / εκφορτίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →