Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιχωματίζω

/e.pi.xo.maˈti.zo/ρήμα
•
  1. σκεπάζω κάτι με χώμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιχωματίζω < επι- + χώμα (γενική: χώματος) + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπιχωματίζωεπιχωματίζειςεπιχωματίζειεπιχωματίζουμεεπιχωματίζετεεπιχωματίζουν / επιχωματίζουνε
Παρατατικόςεπιχωμάτιζαεπιχωμάτιζεςεπιχωμάτιζεεπιχωματίζαμεεπιχωματίζατεεπιχωμάτιζαν / επιχωματίζαν / επιχωματίζανε
Αόριστοςεπιχωμάτισαεπιχωμάτισεςεπιχωμάτισεεπιχωματίσαμεεπιχωματίσατεεπιχωμάτισαν / επιχωματίσαν / επιχωματίσανε
Μέλλονταςθα επιχωματίζω / θα επιχωματίσωθα επιχωματίζεις / θα επιχωματίσειςθα επιχωματίζει / θα επιχωματίσειθα επιχωματίζουμε / θα επιχωματίσουμεθα επιχωματίζετε / θα επιχωματίσετεθα επιχωματίζουν / θα επιχωματίζουνε / θα επιχωματίσουν / θα επιχωματίσουνε
Παρακείμενοςέχω επιχωματίσειέχεις επιχωματίσειέχει επιχωματίσειέχουμε επιχωματίσειέχετε επιχωματίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα επιχωματίσειείχες επιχωματίσειείχε επιχωματίσειείχαμε επιχωματίσει——
Υποτακτικήνα έχω επιχωματίσει / να επιχωματίζω / να επιχωματίσωνα έχεις επιχωματίσει / να επιχωματίζεις / να επιχωματίσειςνα έχει επιχωματίσει / να επιχωματίζει / να επιχωματίσεινα έχουμε επιχωματίσει / να επιχωματίζουμε / να επιχωματίσουμενα έχετε επιχωματίσει / να επιχωματίζετε / να επιχωματίσετενα επιχωματίζουν / να επιχωματίζουνε / να επιχωματίσουν / να επιχωματίσουνε
Προστακτική—επιχωμάτιζε / επιχωμάτισε——επιχωματίζετε / επιχωματίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →