Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμποροπανήγυρη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιουπαίθριο παζάρι εμπορευμάτων ή προϊόντων, που διοργανώνεται για λίγες μέρες κάθε χρόνο, συνήθως με την ευκαιρία μιας θρησκευτικής εορτής Βικιλεξικό
    • Όσον αφορά τις εμποροπανηγύρεις, είπε ότι θα υπάρξει αύξηση των ημερών και έτσι από τρεις ημέρες θα διαρκούν πέντε και στις περιόδους των χριστουγεννιάτικων και πασχαλινών εορτών δέκα ημέρες.(tovima.gr)

Ετυμολογία

εμποροπανήγυρη < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐμποροπανήγυρ(ις) + -η< εμπορο- + πανήγυρις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεμποροπανήγυρηεμποροπανηγύρεις
Γενικήεμποροπανήγυρηςεμποροπανηγύρεων
Αιτιατικήεμποροπανήγυρηεμποροπανηγύρεις
Κλητικήεμποροπανήγυρηεμποροπανηγύρεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →